προφήτης

προφήτης
ὁ προ|φήτης, ου пророк

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "προφήτης" в других словарях:

  • προφήτης — one who speaks for a god and interprets his will masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφήτης — Όρος που σημαίνει κυρίως αυτός που μιλά εξ ονόματος ενός θεού και ερμηνεύει τη θέλησή του στους ανθρώπους. Τη μεγαλύτερη σημασία απέκτησαν οι π. στην ιστορία του Ισραήλ: ήδη ο Αβραάμ ονομάζεται π. και για τον Μωυσή λέγεται ότι δεν εμφανίστηκε… …   Dictionary of Greek

  • προφήτης — ο 1. αυτός που προφητεύει, που προλέγει τα μέλλοντα: Οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης προείπαν τον ερχομό του Χριστού. 2. επίθ. του Μωάμεθ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Προφήτης Ηλίας — I Oνομασία 17 οικισμών. 1. Hμιορεινός οικισμός (υψόμ. 330 μ.), στην πρώην επαρχία Γυθείου, του νομού Λακωνίας. Yπάγεται διοικητικά στον δήμο Μυρσίνης. 2. Hμιορεινός οικισμός (υψόμ. 180 μ.), στην πρώην επαρχία Καλαμών, του νομού Μεσσηνίας.… …   Dictionary of Greek

  • Άγαβος — Προφήτης που έζησε στα χρόνια των Αποστόλων, ίσως ένας από τους 72 μαθητές του Χριστού. Πέθανε με μαρτυρικό θάνατο στην Αντιόχεια. Στις Πράξεις των Αποστόλων αναφέρονται δύο προφητείες του, μία για την πείνα που επικράτησε στα χρόνια του… …   Dictionary of Greek

  • προφῆτα — προφήτης one who speaks for a god and interprets his will masc voc sg προφήτης one who speaks for a god and interprets his will masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αχιά ή Αχιγιά — Προφήτης και άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Έδρασε κατά τους χρόνους του Σολομώντα (966 926 π.Χ.) και Ιεροβοάμ Α’ (926 911 π.Χ.). Καταγόταν από τη Σηλών και ανήκε στον προφητικό κύκλο του Σαμουήλ. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Νοεμβρίου …   Dictionary of Greek

  • Ιωάδ — Προφήτης και άγιος της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η μνήμη του τιμάται στις 3 Μαρτίου …   Dictionary of Greek

  • προφητέων — προφήτης one who speaks for a god and interprets his will masc gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφητῶν — προφήτης one who speaks for a god and interprets his will masc gen pl προφητάζω fut part act masc voc sg προφητάζω fut part act neut nom/voc/acc sg προφητάζω fut part act masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προφήταιν — προφήτης one who speaks for a god and interprets his will masc gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»